Skip to content

Παγκοσμιοποίηση: οικονομική, χρηματοπιστωτική κρίση & επαναπροσδιορισμός του εθνικού

Γράφει ο Νικηφόρος Γκόλτσιος
Δημοσιογράφος – Μέλος ΕΣΗΕΜΘ

Η παγκοσμιοποίηση αποτελεί το σημείο αναφοράς του νεοφιλελεύθερου πολιτικού λόγου τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια.Πρόκειται για ένα φαινόμενο που αφορά την εντατικοποίηση των παγκοσμίων σχέσεων σε όλους τους τομείς κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, όπως παρατηρούν οι Held & Μc Crew, «οι εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο […] μπορούν να έχουν άμεσα συνέπειες σε τοπικό επίπεδο και αντιστρόφως»(2004).

large_globalization

Συνδετικό κρίκο στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την παγκοσμιοποίηση της κίνησης υπερεθνικών κεφαλαίων και εμπορευμάτων, η οποία επηρεάζει καθοριστικά όχι μόνο τα οικονομικά σύνορα, αλλά προκαλεί ανακατατάξεις σε πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό επίπεδο.Υπό αυτές τις συνθήκες, η αντίληψη του εθνικού τείνει στις μέρες μας να διαμορφώνεται σε νέα βάση, καθώς δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με αποκλειστικά εθνικούς ή εδαφικούς όρους.

Ταυτόχρονα, όμως, στο πλαίσιο αυτού του παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος, όπου η μεταδοτικότητα προσλαμβάνει μείζονα σημασία, η παγκοσμιοποιημένη λειτουργία της οικονομίας των αγορών συνέβαλε στην ταχύτατη εξάπλωση της κρίσης που με ρίζα στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, με συνακόλουθη την νομισματική κρίση, επεκτάθηκε σήμερα και στην πραγματική οικονομία.

Με κύριους άξονες την οικονομική, χρηματοπιστωτική κρίση και τη νέα διάσταση που προσλαμβάνει σήμερα ο όρος εθνικός, επιδίωξη μας στην συνέχεια είναι να περιγράψουμε εκφάνσεις του φαινόμενου της παγκοσμιοποίησης.

Στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος τα τελευταία χρόνια βρίσκεται η οικονομική, χρηματοπιστωτική κρίση που μαστίζει την παγκόσμια οικονομία. Αν μάλιστα υιοθετήσει κανείς την άποψη ότι η παγκοσμιοποίηση είναι το προϊόν της εμφάνισης μιας παγκόσμιας οικονομίας, της επέκτασης των διεθνών σχέσεων ανάμεσα σε οικονομικές μονάδες, της ανάπτυξης διακυβερνητικών δεσμών και της εντατικοποίησης των διεθνών επικοινωνιών, τότε αντιλαμβάνεται γιατί η σημερινή κρίση είναι καθολική.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι δεν περιορίζεται στις Η.Π.Α. ή στις αναπτυγμένες χρηματιστηριακές οικονομίες, αλλά, λόγω της αλληλεξάρτησης των διεθνών αγορών που καθορίζουν την εξέλιξή της ταυτόχρονη, αφορά το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας. Το γεγονός μάλιστα ότι η σημερινή οικονομία διαθέτει ένα διευρυμένο, παγκοσμιοποιημένο χαρακτήρα στην κίνηση του κεφαλαίου, καθιστά την κρίση χειρότερη, ίσως και από το μεγάλο «κραχ» του 1929.

Την διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνει η ίδια η κρίση στην εξέλιξη της, που, ενώ ξεκίνησε με την κατάρρευση της Lehman Brothers, τον Σεπτέμβριο του 2008, διάστημα κατά το οποίο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα εισήλθε σε μία φάση αποσταθεροποίησης, δυσλειτουργίας των πιστωτικών αγορών και του τραπεζικού τομέα, επηρέασε γρήγορα την πραγματική οικονομία των Η.Π.Α. και ολόκληρου του πλανήτη.

Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά η Δήμα «Ο υψηλός βαθμός αλληλεξάρτησης των διεθνών οικονομικών χρηματαγορών, αλλά και χρεογράφων, οδήγησε σε ένα domino effect» (2013). Επηρέασε παντού το εμπόριο, τις επενδύσεις, την κατανάλωση, τις θέσεις εργασίας και το βιοτικό επίπεδο καταδεικνύοντας ότι η λειτουργία της παγκόσμιας πραγματικής οικονομίας θεμελιώθηκε πάνω σε ένα παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, το οποίο συνδέεται στενά με έναν δυσθεώρητο «χάρτινο» παρασιτικό πύργο από κερδοσκοπικές συναλλαγές.

Αυτή η παγκοσμιοποιημένη λειτουργία της οικονομίας, ιδιαίτερα από την στιγμή που άρχισε να σχετίζεται με την εμφάνιση, διάδοση και μεγέθυνση των φαινομένων κρίσης, οδήγησε εθνικές κυβερνήσεις και υπερεθνικούς σχηματισμούς σε μία άνευ όρων παράδοση στον μύθο της αγοράς και του χρηματιστηρίου αποδυναμώνοντας την οικονομική αποτελεσματικότητα και τη δημοκρατική ισχύ τους.

Όπως σημειώνει σχετικά ο Παπαγιαννίδης, «Τι περιεχόμενο διατηρούν οι μηχανισμοί απόφασης στο δημοσιονομικό π.χ. πεδίο (εκεί όπου ξεκίνησε το κοινοβουλευτικό πολίτευμα), όταν οι παράμετροι […] διαχείρισης επιβάλλονται όχι μόνο/όχι τόσο από διεθνείς συμφωνίες ούτε καν από τα όποια προγράμματα σταθεροποίησης αλλά πολύ περισσότερο από τις αξιολογήσεις και εν συνέχεια υπαγορεύσεις των αγορών;» (2013).

Γενικότερα, η άνοδος των απελευθερωμένων παγκόσμιων αγορών αποδυναμώνει την δημοκρατική ισχύ των εθνικών κυβερνήσεων και των ανθρώπων, αφού, σύμφωνα με τον Habermas, οι καπιταλιστικές δημοκρατίες, μη μπορώντας να ικανοποιήσουν τα αιτήματα του λαού για κοινωνική ασφάλεια και πρόνοια, και ταυτόχρονα τις απαιτήσεις των αγορών, κινδυνεύουν να χάσουν τη νομιμότητα τους (Heywood 2006; Παπαθανασόπουλος 2011).

Μέσα σε αυτό το κλίμα, και παρά το ότι η νεοφιλελεύθερη θεωρία χαρακτηρίζει την παγκοσμιοποίηση ως το κύριο μέσο εξάλειψης της παγκόσμιας φτώχειας, η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, εφόσον καθορίζει την θέση και τον τρόπο διανομής του πλούτου της παραγωγικής εξουσίας, αποτελεί κύριο συντελεστή στην δημιουργία των μοτίβων παγκόσμιας ανισότητας και αποκλεισμού.

Δεν είναι λίγοι οι στοχαστές που διατυπώνουν την άποψη, ότι τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα κράτη μπορούν να ανοίγουν ή να κλείνουν τις παγκόσμιες αγορές, για να βελτιώνουν τις θέσεις ισχύος τους έναντι πιο αδύναμων κρατών.Όπως υποστηρίζει σχετικά ο Giddens, «αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία δεν μπορούν να θεωρούνται πάντοτε ότι παίρνουν υπόψη τους τα συμφέροντα των λιγότερο ισχυρών ή των λιγότερο ευνοημένων, όταν ακολουθούν κάποιες πολιτικές» (2002).

Εν ολίγοις, η παγκοσμιοποίηση δεν έχει σχέση με την ουμανιστική έννοια της οικουμενικότητας, αντί να συμβάλει στην υπέρβασή τους ενισχύει τις οικονομικές ανισότητες, τις διαφοροποιήσεις, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Η ελεύθερη, κατά τα άλλα, αγορά χειραγωγείται στην πράξη από πλαίσια ισχύος, που μεταθέτουν το κόστος επιλογών προς τα κάτω και, όπως αποδεικνύουν σχετικές μελέτες, σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι.

Τις ανισότητες αυτές επιτείνει η παγκόσμια κρίση απασχόλησης, καθώς η θρυλούμενη στις μέρες μας ευελιξία της εργασίας όχι μόνο δεν βελτίωσε τις οικονομικές επιδόσεις, αλλά οδήγησε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο στην απώλεια της εργασίας τους επιβαρύνοντας έτσι τη φτώχια και τις ανισότητες (Παπαδημητρίου 2013 ; Βεργόπουλος 1999).

Λόγω της παγκοσμιοποίησης, της έλλειψης φραγμών στη διακίνηση του κεφαλαίου οι μεγάλες εταιρείες μπορούν να μετακινούνται χωρίς κανένα πρόβλημα σε χώρες με χαμηλότερους μισθούς, όπου οι εργαζόμενοι δεν έχουν συνδικαλιστικά δικαιώματα, σε κράτη όπου δεν υπάρχει αυστηρή νομοθεσία σε ζητήματα περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα την όξυνση των οικολογικών προβλημάτων της εποχής μας (αλλαγή κλίματος, καταστροφή φυσικού οικοσυστήματος κ.ο.κ.).

Ιδιαίτερα αποτελεσματικούς μηχανισμούς στήριξης αυτής της ηγεμονίας του κεφαλαίου αποτελούν τα Μ.Μ.Ε., που περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο θεσμό ελεγχόμενο απευθείας «εκ των έσω», δηλαδή από τους φορείς του κεφαλαίου, εισχωρούν στον προσωπικό κόσμο του ατόμου και μεταδίδουν το ίδιο ακριβώς μήνυμα, με ακριβώς τον ίδιο τρόπο και την ίδια χρονική στιγμή σε εκατομμύρια θεατές, ακροατές ή αναγνώστες.
20131108-182805
Λειτουργούν, με άλλα λόγια, ως κεντρικοί μηχανισμοί παραγωγής και διάδοσης της κουλτούρας της μάζας, η οποία διαβρώνει ή εξαλείφει τη μία εθνική κουλτούρα μετά την άλλη και ταυτόχρονα τις διάφορες υποκουλτούρες που μέχρι πρόσφατα ανθούσαν μέσα στα εθνικά σύνορα κάθε κοινωνίας (Σεραφετινίδου 1987).

Ειδικά σε ό,τι αφορά τα νέα ηλεκτρονικά δίκτυα επικοινωνίας και τεχνολογίας της πληροφορίας, εξαπλώνονται με ταχύτατους ρυθμούς, ευνοούν την διαρκή ροή των πολιτιστικών αγαθών, που σχετίζονται με την εθνική ταυτότητα και τις πολιτικές που σχετίζονται με την ταυτότητα εν γένει.

Δημιουργείται έτσι μία αίσθηση οικουμενικότητας, με την έννοια ότι είμαστε ευάλωτοι στην αντικατάσταση τοπικών πολιτισμών και ταυτοτήτων από την καθιέρωση μίας παγκόσμιας ταυτότητας, που θέτει στο επίκεντρο σύγχρονα σύμβολα της εμπορευματοποίησης, τα οποία συνοψίζονται στον όρο «Μακντοναλντοποίηση».

Με την εξέλιξη αυτή, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι σταδιακά ακυρώνεται ο κύκλος των εθνικών πολιτισμών, που μετρούν 200 περίπου χρόνια ύπαρξης και οργάνωσης της πολιτισμικής ζωής βάση εθνικών και συνοριακών γραμμών (Held & Mc Grew 2004).

Για αυτή την αίσθηση οικουμενικότητας και ανάπτυξης της λεγόμενης μαζικής κουλτούρας διατυπώνονται και αμφιβολίες από μερίδα στοχαστών για το κατά πόσο μπορεί ο εθνικός πολιτισμός να διαβρωθεί από υπερεθνικές δυνάμεις καθώς, αφενός θεωρείται ότι παρά την τεράστια ροή πληροφοριών, εικόνων και ανθρώπων ανά τον κόσμο, υπάρχουν λίγα στοιχεία που να υποδηλώνουν την σταδιακή δημιουργία ενός παγκόσμιου πολιτισμού.

Αφετέρου υποστηρίζουν ότι τα νέα ηλεκτρονικά δίκτυα επικοινωνίας και τεχνολογίας της πληροφορίας ενισχύουν τις πηγές της εθνικής ζωής και επιτρέπουν την αλληλεπίδραση των μελών των κοινωνικών συνόλων με κοινό πολιτισμό και κυρίως κοινή γλώσσα και αυτό, γιατί, μπορεί όλοι οι άνθρωποι να έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους, άλλο τόσο όμως υπάρχουν και πολλές διαφορές μεταξύ των διαφόρων κοινωνιών και πολιτισμών (Giddens 2002 ; Held & Mc Grew 2004).

Αναμφισβήτητα, πάντως, οι νέες τεχνολογίες ενθαρρύνουν ένα καινούργιο άνοιγμα σε νέες ιδέες και ανθρώπους, δημιουργούν νέες σχέσεις στο χωροχρόνο, δυνατότητες και προϋποθέσεις συγκρότησης νέων τύπων μεταφοράς και επικοινωνίας, ελαχιστοποιούν τις αποστάσεις με αποτέλεσμα άτομα, αγαθά και απόψεις, εικόνες και γεγονότα να μεταφέρονται σε ταχύτατους ρυθμούς συνιστώντας ένα είδος άμεσης παγκοσμιοποίησης.

Απόσπασμα μεταπτυχιακής εργασίας στο Α.Πανεπιστήμιο Κύπρου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: