Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δημοσιογραφία και Πολιτική: Μία σχέση ανταγωνιστικής συμβίωσης

Τα μέσα επικοινωνίας και ενημέρωσης και το πολιτικό περιβάλλον συνθέτουν ένα πλέγμα αμφίδρομης σχέσης, αλληλεξάρτησης δομών και λειτουργιών, το οποίο θέτει στο επίκεντρο την άποψη, ότι η επικοινωνία έχει εφαρμογή στην πολιτική και ότι κάθε πολιτική είναι η επικοινωνία της. Η στενή αυτή σχέση θα μπορούσε να περιγραφεί ως αναπόφευκτη έλξη συνδυαζόμενη με έντονη απώθηση, με την έννοια ότι τα δίκτυα ισχύος όπου εμπλέκονται δημοσιογράφοι, ιδιοκτήτες Μ.Μ.Ε. και πολιτικοί οδηγούν σε μία εγγενή ένταση στις μεταξύ τους σχέσεις με στόχο ίσως να επιβάλλουν τη λογική τους σε ολόκληρο το σύστημα πολιτικής επικοινωνίας (κατάσταση «συγκρουσιακής συνεργίας»).

shutterstock_62264485


Στην αυτοτελή λειτουργία τους τα μέσα δρώντας ως διαμεσολαβητές μεταξύ του κοινού και της πραγματικότητας εντάσσουν την πρωτογενή είδηση και πληροφορία σε μία συνολική αντίληψη, που είναι η αντίληψη του μέσου, δίνουν ερμηνευτικό πλαίσιο στο θέμα που ο συντάκτης και το επιτελείο επιλέγουν τελικά να δημοσιοποιηθεί. Συνεπώς, εκτός από το να αποτυπώνουν «το τι συμβαίνει στον κόσμο», η πρακτική των μέσων ενέχει τη διαδικασία συγκρότησης της πραγματικότητας, καθορισμού των θεμάτων που απασχολούν τη δημόσια συζήτηση και άρα επηρεασμού του πολιτικού γίγνεσθαι.
Αν αποδεχτεί κανείς την άποψη ότι ο δημοσιογράφος εργάζεται με γνώμονα τις αρχές δεοντολογίας του επαγγέλματος που συνοψίζονται στην υποχρέωση της μη διαστρέβλωσης, απόκρυψης ή αλλοίωσης των πραγματικών περιστατικών και μετάδοσης της είδησης, τότε θα μπορούσε να γίνει κατανοητό ότι ο δημοσιογράφος δεν διαδίδει ψέματα και δεν κατασκευάζει την πραγματικότητα (Κώδικας Δεοντολογίας Δημοσιογράφων 1998). Απλώς η καθημερινή παραγωγή των ειδήσεων σχετίζεται αφενός με την «ρουτινοποιημένη» συλλογή και συγκέντρωση πληροφοριών και στοιχείων, τα οποία συντίθενται για να κατασκευαστούν τα γεγονότα των ειδήσεων. Αφετέρου, με τις ειδησεογραφικές αξίες, οι οποίες στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού συνδέονται με την εμπορευματοποίηση της ενημέρωσης και με την προβολή της είδησης, η οποία θα πωληθεί περισσότερο από κάθε άλλη.
Όσα προαναφέρθηκαν αποτελούν την μία όψη δημιουργίας και επηρεασμού της είδησης την οποία θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει καλοπροαίρετη. Σε μια περίοδο, όμως, στην οποία η προβολή μέσα από τα Μ.Μ.Ε. αποτελεί τμήμα της πολιτικής και οικονομικής ζωής, συνιστά κοινή πεποίθηση ότι τα μέσα που επηρεάζονται ή ελέγχονται από κέντρα εξουσίας, μεταδίδουν συνειδητά και στοχευμένα ψευδή και κατασκευασμένα στοιχεία που παρουσιάζονται ως ειδήσεις. Στις συνθήκες αυτές, τα μέσα λειτουργούν ως προέκταση του πολιτικού συστήματος, ως εργαλείο στρατηγικής επικοινωνίας και ο δημοσιογράφος καθίσταται πολιτικός εταίρος για μία κυβερνητική ή κομματική πολιτική, καθώς διαθέτει την υπολογίσιμη εξουσία και δυναμική με ένα υπογεγραμμένο του άρθρο να αποκωδικοποιήσει και να περάσει στους αναγνώστες το μήνυμα που επιθυμούσε ο πολιτικός να εκπέμψει. Εδώ παρέχεται στους διαμεσολαβητές – δημοσιογράφους η ψευδαίσθηση της πρωτοβουλίας του μηνύματος, ενώ ουσιαστικά αποτελούν όργανα σχεδιασμού για τα Μ.Μ.Ε. υποταγμένα στις πολιτικές ελίτ (Σπιτερί 2009:233).
Η πολιτική ελίτ επενδύει σημαντικούς πόρους και μεγάλη προσπάθεια για την προβολή και τη διοχέτευση της ροής συγκεκριμένων πληροφοριών προς τους δημοσιογράφους, πληροφορίες που έχουν πολιτικές διαστάσεις και σκοπιμότητες και θέτουν την ενημέρωση στην υπηρεσία της εκάστοτε κυβέρνησης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα επί πρωθυπουργίας Θάτσερ στη Βρετανία, όπου παρουσιάζονται οι περιβόητες αλλαγές στον υπολογισμό των ποσοστών ανεργίας ή η εξαφάνιση των μετρήσεων της φτώχειας.
Αν δεχθούμε την άποψη ότι η εξουσία χρησιμοποιεί τον τύπο για να περάσει τις δικές της πληροφορίες και ότι ορισμένες διαρροές είναι ενορχηστρωμένες, τότε η χειραγώγηση είναι αναπόφευκτη. Θεωρείται πιθανό με δεδομένη τη βαρύτητα της ενημέρωσης, ότι οι περισσότεροι από τους πολιτικούς θα βιώσουν την εμπειρία ενός έντονου πειρασμού να χειραγωγήσουν τη διαδικασία της πολιτικής επικοινωνίας προς όφελός τους. Αυτό ίσως συμβαίνει γιατί οι πολιτικές ελίτ ενσωματώνουν την αντίληψη των πανίσχυρων μέσων στη διαδικασία χάραξης πολιτικής αναγνωρίζοντας τη δύναμη των Μ.Μ.Ε. να περάσουν το μήνυμα, να κινητοποιήσουν και να πείσουν τον μέσο άνθρωπο που έρχεται σε καθημερινή επαφή με τα μέσα.
Βέβαια δεν θα πρέπει να παραβλέψει κανείς ότι οι δηλώσεις προέδρων (κ.α. αξιωματούχων), έχουν αυταπόδεικτη ειδησεογραφική αξία, δημιουργούν γεγονότα και πολιτικές που έχουν σημασία για το ευρύ κοινό, ενώ, γενικότερα, η εκάστοτε κυβέρνηση μπορεί να παράγει δηλώσεις – κλειδιά οι οποίες αποτυπώνουν την πρωταρχική ερμηνεία των γεγονότων, σε αντιπαράθεση προς την οποία αναπτύσσονται διαδικασίες αντιθετικής ερμηνείας. Εν ολίγοις, οι επίσημες πηγές ενημέρωσης προσδιορίζονται ως αξιόπιστες και εκείνοι οι θεσμοί που συνδέονται στενά με το καπιταλιστικό κράτος θέτουν σε ημερήσια βάση τους όρους της θεματολογίας ασκώντας έλεγχο στη ροή της ενημέρωσης, που εισάγεται στα πεδία της δημόσιας σφαίρας.
Επιπλέον, ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης έχουν την συνήθεια να δημιουργούν στενές σχέσεις με τα ηγετικά στελέχη της κυβέρνησης, κι αυτό επιφέρει πρόσθετες επιπτώσεις στους τρόπους με τους οποίους οι πληροφορίες διακινούνται στο δημόσιο πεδίο. Οι στενές αυτές σχέσεις ανάμεσα στους ειδησεογραφικούς οργανισμούς και στα πολιτικά κόμματα βρίσκουν έκφραση στον όρο media – party parallelism (επαλληλία των μέσων ενημέρωσης με το πολιτικό – κομματικό σύστημα), σύμφωνα με τον οποίο το περιεχόμενο των μέσων ενημέρωσης διαμορφώνεται από τις ανάγκες του στρατηγικού σχεδιασμού των κομμάτων (Σαμαράς 2014; Seymour – Ure 173-174). Εάν υφίσταται σχέση επαλληλίας κόμματος και μέσων ενημέρωσης, τότε κυριαρχεί η λογική του κόμματος, γιατί τα μέσα έχουν ευθυγραμμιστεί με τα κελεύσματα του κομματικού συστήματος και ο μηχανισμός παραγωγής των ειδήσεων αναπαράγει τα μηνύματά του.
Με την επαλληλία ανάμεσα στα μέσα ενημέρωσης και στα πολιτικά κόμματα συνδέονται και οι μεροληψίες των μέσων, που αναφέρονται σε κάθε συστηματική τάση του ειδησεογραφικού υλικού να απομακρύνεται από την αντικειμενικότητα και να ευνοεί την μία άποψη /οπτική εις βάρος της άλλης. Μεροληψίες στις οποίες υπάρχει πρόθεση και είναι εμφανείς, όπως ο κομματισμός, στις οποίες οι εφημερίδες δεν παρουσιάζουν ειδήσεις αλλά πολιτικά σχόλια ή η προπαγάνδα, η οποία δεν είναι εύκολο να γίνει αντιληπτή, καθώς το δημοσιογραφικό προϊόν φέρει χαρακτηριστικά της αντικειμενικότητας, θα βρεθούν παρακάτω στο επίκεντρο της εμπειρικής μας ανάλυσης.
Υπό το πρίσμα των θεωρητικών προσεγγίσεων που διατυπώθηκαν, στην ενότητα που ακολουθεί διερευνώνται ως μελέτη περίπτωσης οι εφημερίδες «ΤΟ ΒΗΜΑ» και «ΑΥΓΗ», με αντικείμενο την σύγχρονη συγκυρία «Το πρωτογενές πλεόνασμα στην Ελλάδα». Πιο συγκεκριμένα, επιλέγονται ενδεικτικά δημοσιεύματα των παραπάνω εφημερίδων κατά το χρονικό διάστημα 09 έως 23 Φεβρουαρίου 2014. Κριτήρια επιλογής είναι μία συμπολιτευόμενη και φίλα προσκείμενη στην κυβέρνηση εφημερίδα («ΤΟ ΒΗΜΑ») και μία με αντιπολιτευόμενο προσανατολισμό («ΑΥΓΗ»), με την παράλληλη συνδρομή της μεροληψίας διά της επιλογής ερμηνευτικού πλαισίου, όπου η εστίαση της ειδησεογραφίας σε μία και όχι σε μία άλλη πλευρά μπορεί να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο αυτό θα γίνει αντιληπτό.
Ειδικότερα, οι υποθέσεις εργασίας που τίθενται προς διερεύνηση διαμορφώνονται ως εξής:
Υ.Ε. 1: Η επικράτηση της λογικής του πολιτικού κόμματος στις -υπό εξέταση- εφημερίδες ασκεί καθοριστική επίδραση στη λειτουργία του μηχανισμού παραγωγής των ειδήσεων και συμβάλλει στη συγκρότηση μίας ολοκληρωμένης σχέσης επαλληλίας κομματικού-επικοινωνιακού συστήματος.
Υ.Ε. 2: Η απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανισμού παραγωγής των ειδήσεων στις – υπό εξέταση – εφημερίδες οδηγεί στην κυριαρχία της λογικής του μέσου, το οποίο δεν υποτάσσεται στις αναγκαιότητες της στρατηγικής επικοινωνίας των κομμάτων.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της χώρας – Ιστορικό πλαίσιο

Στο επίκεντρο της επικαιρότητας εδώ και αρκετούς μήνες βρίσκεται η συζήτηση για την ύπαρξη ή όχι πρωτογενούς πλεονάσματος στον προϋπολογισμό της χώρας.
Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών Χρήστο Σταϊκούρα, το πρωτογενές πλεόνασμα είναι ύψους 3,9 δις ευρώ. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν ξοδεύει περισσότερα από όσα εισπράττει. Οι ισχυρισμοί του υπουργού δεν επιβεβαιώνονται από την Eurostat (Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία), καθώς βάσει των επισημάνσεων του γενικού διευθυντή της, Βάλτερ Ράντερμαχερ: «από τη στιγμή που δεν υπάρχουν τα στοιχεία του τελευταίου τριμήνου για το έλλειμμα και το ύψος του χρέους όλα είναι καθαρές εικασίες».

school_of_journalism_politics_131875
Η αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία εξαρχής αμφισβητούσε ανοιχτά την ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος, σπεύδει να αξιοποιήσει τις δηλώσεις Ράντερμαχερ ασκώντας δριμεία κριτική στην κυβέρνηση.
Το πρωτογενές πλεόνασμα μέσα από τις εφημερίδες «ΤΟ ΒΗΜΑ» και «ΑΥΓΗ»
Ενδεικτικά, στα δημοσιεύματα της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ», οι δημοσιογράφοι Πρετεντέρης Ι., Τσώλης Ζ., Καρακούσης Α. και Παπαστάθης Α., εστιάζουν την ενυπόγραφη αρθογραφία τους στην ενδυνάμωση των θέσεων της κυβέρνησης για το πρωτογενές πλεόνασμα και όχι στην αμφισβήτηση που επιδέχονται από την Eurostat ή την αντιπολίτευση.
Λειτουργώντας ως πολιτικοί εταίροι της κυβερνητικής πολιτικής επιτίθενται στην αξιωματική αντιπολίτευση παραθέτοντας με χρονολογική σειρά όλες τις επίσημες αντιδράσεις του ΣΥΡΙΖΑ που αμφισβητούν το πρωτογενές πλεόνασμα (επιφανειακή αντικειμενικότητα) π.χ. «εμπόριο ελπίδας με το πρωτογενές πλεόνασμα», «μαγική εικόνα», «λογιστική αλχημεία» και τις τοποθετούν δίπλα όχι στις σαφείς επισημάνσεις της Eurostat, γεγονός που ενδεχομένως θα επιβεβαίωνε τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά παράλληλα με τις γενικές και αόριστες θέσεις (προπαγάνδα), που οι ίδιοι οι συντάκτες διατυπώνουν: «Όλοι (…) στην Ευρώπη (μηδέ της γερμανικής κυβέρνησης εξαιρουμένης) αποδέχονται τις ελληνικές δημοσιονομικές επιδόσεις (…)».
Στο ίδιο μοτίβο και με την ίδια αοριστία υπογραμμίζεται ότι «μετά από δύο δεκαετίες η χώρα δε χρειάζεται άλλα δανεικά για να καλύψει ανάγκες της τρέχουσας διαχείρισης», επιχείρημα που παραπέμπει σε θατσερικές τακτικές (π.χ. εξαφάνιση μετρήσεων της φτώχειας) και ευθέως θέτει την ενημέρωση στην υπηρεσία της κυβέρνησης. Ξεκάθαρη σύνδεση με πολιτικές σκοπιμότητες και διαστάσεις λαμβάνει η άποψη που διατυπώνει ο συντάκτης υιοθετώντας φυσικά την θέση για την ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος: «Έτσι μπορεί να ανοίξει πριν τις Ευρωεκλογές η συζήτηση για την ελάφρυνση του χρέους».
Επιπλέον, παρατίθενται δηλώσεις – κλειδιά του υπουργού Χρήστου Σταϊκούρα: «Η χώρα, ύστερα από πολλά χρόνια, επιτυγχάνει πρωτογενές πλεόνασμα (…) σημαντικό, βιώσιμο» και του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά: «Το πρωτογενές πλεόνασμα επιτεύχθηκε ένα χρόνο νωρίτερα», δηλώσεις, οι οποίες προερχόμενες από «αξιόπιστες» επίσημες πηγές παράγουν πολιτική, αποτυπώνουν την πρωταρχική ερμηνεία των γεγονότων και καθορίζουν την ημερήσια θεματολογία.
Σε ό,τι αφορά τα ενδεικτικά δημοσιεύματα της εφημερίδας «ΑΥΓΗ» για το ίδιο χρονικό διάστημα, είναι σαφής ο κομματισμός και εμφανής η μεροληψία υπέρ των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για το πρωτογενές πλεόνασμα, καθώς η εστίαση είναι αποκλειστικά στα σχόλια στελεχών της αξιωματικής αντιπολίτευσης:
Γ. Μηλιός: «Χάριν του «πλεονάσματος» διέλυσαν τους πάντες».
Γρ. Τύπου ΣΥΡΙΖΑ: «Εικονικό το πρωτογενές πλεόνασμα». Παράλληλα, δίνεται έμφαση στη θέση της Eurosat ότι «μέχρι τέλος Μαρτίου οι εκτιμήσεις της κυβέρνησης είναι καθαρές εικασίες»,απουσιάζουν οι θέσεις της κυβέρνησης, ενώ οι αναφορές στον Έλληνα πρωθυπουργό περιορίζονται στο «φιλοξενούμενο» άρθρο της Γερμανικής Εφημερίδας Suddeutsche Zeitung: «Ωραίοι λογαριασμοί από την Αθήνα» και έχουν σαφή ειρωνική διάθεση.
Εν τέλει, τα δημοσιεύματα της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ» απέχουν από την αντικειμενικότητα, παραπέμπουν σε μεροληψία που υποκρύπτει προπαγάνδα υπέρ των κυβερνητικών θέσεων και επιδιώκουν ίσως να περάσει στους αναγνώστες το μήνυμα που η ίδια η κυβέρνηση θα ήθελε να εκπέμψει. Στα δημοσιεύματα της εφημερίδας «ΑΥΓΗ» αναπτύσσονται διαδικασίες αντιθετικής ερμηνείας ως προς τα όσα υποστηρίζει η κυβέρνηση για το πρωτογενές πλεόνασμα, ωστόσο αυτό δεν προκύπτει από την απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανισμού παραγωγής των ειδήσεων, αλλά από την επικράτηση της λογικής του κόμματος.
Συμπερασματικά, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη μίας ολοκληρωμένης σχέσης επαλληλίας κομματικού – επικοινωνιακού συστήματος, στην οποία οδηγεί η επικράτηση της λογικής του κόμματος και δεν επιβεβαιώνεται η δεύτερη υπόθεση εργασίας.

Νικηφόρος Γκόλτσιος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: